Κείμενο Νέλλης Κυριαζή

Ηχηρός ο λόγος της χαρακτικής τέχνης στους χώρους της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων. Μετά τις Συλλογές του Θόδωρου Χατζησάββα (2003) και τα Αστικά Τοπία (2006) σε συνεργασία με την Ένωση Ελλήνων Χαρακτών, μια ιδιαίτερη έκθεση υπογραμμίζει εμφατικά τον δυναμικό ρόλο και την πολύτιμη συμβολή του Κέντρου Χαρακτικής Αθηνών Pandolfini-Σιατερλή στην κατοχύρωση και την ανάδειξη της Χαρακτικής.
Η ευσυνειδησία των Ιδρυτών του Κέντρου, η άρτια γνώση των τεχνικών της χάραξης σε συνδυασμό με τις επίπονες προσπάθειές τους να αποδοθούν σ’ αυτήν την τέχνη τα εύσημα που δικαιούται, συνιστούν έργο σημαντικό, το οποίο παρουσιάζεται αναδρομικά, καλύπτοντας 31 χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας.

Η αυτονόμηση της Χαρακτικής από τον χρηστικό της ρόλο δεν είναι, ασφαλώς, νέο επίτευγμα. Από τις αρχές ήδη του 20ού αγωνίσθηκε για την αυτοδυναμία της με την υποστήριξη μεγάλων δασκάλων και άξιων συνεχιστών.
Ο χρόνος προσπόρισε στη Χαρακτική νέες έρευνες και μεθόδους, πέραν της συνήθους διαδικασίας χάραξης, την προίκισε με νέα μέσα και μορφοπλαστικές διατυπώσεις, προώθησε την εξέλιξή της ως ενεργού μέσου έκφρασης που συνάδει με τις ανάγκες των καιρών.
Παρά τις διαφωνίες που υφίστανται μεταξύ των δημιουργών της σχετικά με τα όρια που περιχαρακώνουν τις ιδιότητες και τον ορισμό ενός έργου χαρακτικής, τα στοιχεία που προβάλλουν επιτακτικά για την αυταξία του, είναι η αποκλειστική παρουσία του καλλιτέχνη στη σύλληψη, τη σχεδίαση και τη διαδικασία εκτύπωσης, επομένως και η γνησιότητα του πονήματός του.
Σήμερα η Χαρακτική διεκδικεί καινούργιες εικόνες θέασής της σε μεγάλες διαστάσεις και σε έργα χώρου, χωρίς να απαξιώνουν αυτές οι μετατοπίσεις και οι πειραματισμοί τη δεδομένη σημασία των γνωστών και οικείων μεθόδων. Όπως πάντα η επιλογή εναπόκειται στον καλλιτέχνη.

Ο Pino Pandolfini και η Δήμητρα Σιατερλή ίδρυσαν το Κέντρο Χαρακτικής Αθηνών το 1977, θέτοντας εξ αρχής τον στόχο ενός λειτουργικού, ανοιχτού χώρου στην υπηρεσία της τέχνης της Χαρακτικής. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι οι τεχνικές γνώσεις και η εμπειρία τους δεν θα εξαρκούσαν για να για να μεταμορφωθεί το Κέντρο σ’ ένα ζωντανό πυρήνα δημιουργικής μέθεξης καλλιτεχνών και παραγωγής άρτιων χαρακτικών έργων, όσο το πάθος για τη μετάδοση των γνώσεων και των μυστικών που κρατούσαν αυτήν την τέχνη incognito. Καταξιωμένοι Έλληνες ζωγράφοι και γλύπτες δοκίμασαν τις δεξιότητές τους στη Χαρακτική, ανακαλύπτοντας νέους τρόπους έκφρασης, γνωστοί χαράκτες εμπιστεύθηκαν στο Κέντρο Χαρακτικής το τύπωμα των έργων τους, παρουσιάσθηκαν σημαντικές εκθέσεις με τους συνεργάτες καλλιτέχνες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, πραγματοποιήθηκαν εκδόσεις λευκωμάτων τέχνης, διαλέξεις, σεμινάρια και μαθήματα σε παιδιά αλλά και σε ενήλικες που σήμερα αποτελούν ευδιάκριτη παρουσία στο προσκήνιο της σύγχρονης χαρακτικής.

Την πολυδιάστατη αυτή δραστηριότητα αποπειράται να αποδώσει η έκθεση στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, για την οποία καταβλήθηκε προσπάθεια να μην ενταχθεί στο πλαίσιο μιας συνήθους ομαδικής παρουσίασης καλλιτεχνών με τη συμβατική ανάρτηση των έργων στους τοίχους, αλλά να αναπαράγει, κατά το δυνατόν, την ατμόσφαιρα ενός Εργαστηρίου. Για τον στόχο εκτός από τις φωτογραφίες-τεκμήρια, τις μήτρες χάραξης και την πρέσσα του τυπώματος που θα αξιοποιηθεί κατά τη διάρκεια της έκθεσης, τα περισσότερα χαρακτικά εκτίθενται χωρίς πλαίσιο, αναρτημένα με μεταλλικό κορδόνι στο χώρο. Ιδιαίτερη ενότητα στοιχειοθετούν τα έργα των μαθητών του Εργαστηρίου, ενδιαφέρουσες καταθέσεις πειραματισμών και ζωντάνιας.
Ό,τι, όμως, είναι σχεδόν αδύνατο να συνδηλωθεί είναι η θετική αύρα και το πάθος των δημιουργών του Κέντρου Χαρακτικής που δεν αποτιμώνται αποκλειστικά με τις άψογες διαδικασίες τυπωμάτων ή την αυθεντικότητα των καλλιτεχνικών παραγώγων τους όσο με εκείνη τη βεβαιότητα ότι στους εγωκεντρικούς μας καιρούς υπάρχουν καλλιτέχνες που μοιράζονται αφειδώλευτα επιτεύγματα και συγκινήσεις

Παράλληλα, είναι αναμενόμενο ότι η συγκεκριμένη έκθεση καταγράφει, αρκετά ενδεικτικά, την πολυσήμαντη παρουσία της ελληνικής χαρακτικής τα τελευταία τριάντα χρόνια, η οποία ενισχύεται με καταθέσεις δημιουργών που δεν λειτούργησαν αποκλειστικά ως χαράκτες, ή επέλεξαν για τη μορφοποίηση των εκφραστικών τους αναζητήσεων τη ζωγραφική, τη γλυπτική και τα έργα χώρου. Οι καλλιτέχνες, με λίγες εξαιρέσεις, γεννήθηκαν από το 1930 έως το 1960, επομένως σχεδιαγραφούν, κατά ένα μεγάλο μέρος, τις εκφάνσεις και τη δυναμική της σύγχρονης τέχνης, είτε με συγκροτημένο, ήδη, στιβαρό λόγο οι μεγαλύτεροι, είτε με περαιτέρω προσδοκώμενες διερευνήσεις οι νεότεροι.

Το κείμενο που ακολουθεί και αναφέρεται σε 61 καλλιτέχνες, αναποφεύκτως περιορίζεται σε ενδεικτικούς σχολιασμούς της δουλειάς τους και για τα συγκεκριμένα έργα της έκθεσης, αδυνατώντας εκ των πραγμάτων να παρακολουθήσει σε βάθος την πορεία τους που επιτρέπουν οι ατομικές και, κατά το δυνατόν, οι μικρές ομαδικές παρουσιάσεις. Η πολυπρόσωπη, εξάλλου, συμμετοχή υποστηρίζει αποφασιστικά την τριαντάχρονη ιστορία του Κέντρου Χαρακτικής Αθηνών, η οποία σηματοδοτείται, παράλληλα, με αξιόμαχα έργα εμπνευσμένων καλλιτεχνών.

Εξ ίσου ενδιαφέρουσα είναι η περιήγηση στις ποικίλες τεχνικές της χαλκογραφίας και στις συλλειτουργίες τους (eau forte, pointe sèche, vernis mou, acqua tinta, μελάνι και ζάχαρη) όσο και στα αισθητικά τους παράγωγα που κυριαρχούν στην έκθεση, με μικρή παρουσία ξυλογραφιών και λινόλεουμ.

Οι 7 ξυλογραφίες της Βάσως Κατράκη με θέμα την Κατοχή και την Εθνική Αντίσταση αποτυπώνουν το συνθετικό μέτρο και την εκφραστικότητα της μεγάλης Ελληνίδας χαράκτριας, ενώ στα νησιώτικα τοπία του Γιώργου Μόσχου διαπιστώνονται εκ νέου η λυρική ατμόσφαιρα και η ακρίβεια της περιγραφής. Μαθητής, επίσης, του Κεφαλληνού και μεταγενέστερα δάσκαλος πολλών σύγχρονων χαρακτών, ο Κώστας Γραμματόπουλος διαχειρίζεται τη χάραξη σχεδιαστικά, χωρίς να αφήνει ανυπογράμμιστους τους όγκους. Θεματικά μοτίβα και οικείες παραστάσεις από τη ζωγραφική των Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα και Γιάννη Τσαρούχη επαναλαμβάνονται και στις χαρακτικές καταθέσεις τους, όπως και στις χαλκογραφίες του Δημήτρη Κοντού, ακραιφνούς υποστηρικτή της αφηρημένης τέχνης στην πατρίδα μας, ο οποίος συγκρότησε το αντισυμβατικό έργο του, επιστρατεύοντας τις δυνατότητες, τον ρυθμό και την περιπέτεια της γραμμής.
Χαμηλότερη χρωματική γκάμα, ερμητική ατμόσφαιρα, μυστικισμός και διαστρωματώσεις παλιμψήστων μεταφέρονται στα χαρακτικά του Γιάννη Σπυρόπουλου, του μείζονος της ελληνικής αφαίρεσης, για τον οποίο η ανεικονική τέχνη υπήρξε πάντα το μέσο αναζήτησης της αλήθειας και καθόλου μια ατελέσφορη εμμονή στο κίνημα που τον ανέδειξε. Με γλυπτικό έργο πέραν των συμβατικών ορίων του χρόνου ο Χρήστος Καπράλος μορφοποιεί, με λεπταίσθητες χαράξεις, τοπία μεταξύ πραγματικότητας και υπερβατικού, ενώ η μαθήτρια του Παρθένη, Ρέα Λεονταρίτου επαναδιατυπώνει τις ίδιες αξίες που χαρακτηρίζουν συνολικά το έργο της και ειδικότερα την τοπιογραφία της: πυκνή δόμηση όγκων, ευχέρεια ανάγνωσης, όσο και υπογράμμιση ποιητικών –μεταφυσικών στοιχείων.

Είναι αναμενόμενο οι θεματικές περιοχές και τα πλαστικά σύνεργα εικονοποιίας στο ζωγραφικό, απολύτως αναγνωρίσιμο και προσωπικό έργο των Παναγιώτη Τέτση, Δημήτρη Μυταρά, Αλέκου Φασιανού και Όπυς Ζούνη να απαντούν και στην παράλληλη ενασχόλησή τους με τη χάραξη. Συνθετική δεινότητα και λαμπρή απόδοση του χρώματος που προσδίδει στις Νεκρές φύσεις του Τέτση τη βεβαιότητα της ζωγραφικής, ο Μυταράς στις δύο διαφορετικές εκδοχές της ίδιας παράστασης με την τεχνική vernis mou επιστρατεύει τη βαθύτερη γνώση σχεδίου ως βασικού μέσου έκφρασης, ο Φασιανός ανάγει τις αρχέτυπες, πλέον, μορφές του, με εμφανείς απηχήσεις της αρχαιοελληνικής αγγειογραφίας, σε εύγλωττους συμβολισμούς καταστάσεων.
Το εξορθολογημένο, κλασικής αρμονίας έργο, στο οποίο αφιέρωσε εδώ και πολλές δεκαετίες την ικμάδα της η Ζούνη, κατάφερε να εκμαιεύσει από την ψυχρότητα της γεωμετρίας μεταφυσικές διαστάσεις πολλαπλών θεωρήσεων.

Homagio στην ετοιμοθάνατη μητέρα του και εικαστικό δοκίμιο περί θανάτου συνιστά η σειρά των pointes sèches του Χρόνη Μπότσογλου με μοναχικό πρωταγωνιστή τη μορφή της. Πρόκληση μόνιμη για τον ζωγράφο να συμπυκνώνει στην απεικόνιση προσφιλών του προσώπων συναισθήματα ιδιωτικά και οικουμενικά με την τραχύτητα του εξπρεσιονισμού.
Στις ξυλογραφίες του ο Γιάννης Ψυχοπαίδης θέτει σε δοκιμασία τη δυνατότητα πρόσληψης, σκιαγραφώντας με πυκνούς γραφισμούς αφηρημένα τοπία, από τα οποία αναδύονται ανθρώπινες μορφές, ενώ ο Χρίστος Καράς αξιοποιεί υπερρεαλιστικές αναφορές στο γνώριμο ποιητικό πλαίσιο που διακρίνει τη δουλειά του.
Στο κλίμα της μεταφυσικής απόδοσης του υλικού κόσμου κινείται σταθερά ο Σαράντης Καραβούζης με ανακλήσεις αρχαίων αγαλμάτων και άδειων από ανθρώπινη παρουσία ρούχων. Ο Νίκος Στεφάνου, εξ άλλου, σκηνογραφεί στις πλήρους ευαισθησίας χαράξεις του ένα Σύμπαν μεταξύ πραγματικότητας και ουτοπίας, συμβατικής καταγραφής και ονείρου. Επιστρατεύοντας για τη χάραξη ιδιότυπες τεχνικές –σφυρί και καρφιά– ο Γιώργος Μήλιος καταθέτει τον ιδιωματικό χαρακτήρα της δουλειάς του με έρεισμα την αποσπασματικότητα των μορφών και την ασάφεια του χώρου. Συνοδοιπορούν η αποτύπωση του ουσιώδους στις λιτές διαδικασίες περιγραφής της Ίριδας Δρακούλη, μαθήτριας του Κεφαλληνού• οι ασφυκτιώσες στο χώρο γυμνές γυναικείες φιγούρες, όσο και οι συμφύρσεις ετερόκλητων στοιχείων του Χρήστου Σαρακατσιάνου• οι αναστοχασμοί που προκαλούν οι μυστικοί κώδικες γραφής στο έργο της Εύας Μπέη• οι παράδοξες εικόνες του Δημήτρη Γέρου, από τους συνεπέστερους υποστηρικτές του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα• τα διαφορετικών χρωματικών εκδοχών και συνθέσεων απεικάσματα ουρανού της ζωγράφου Βούλας Πριοβόλου• το σταθερό αίτημα καθορισμού της έννοιας του χώρου με παράθεση αδρομερών σχημάτων και πρωταγωνιστική φόρμα του σταυρού, ως απόλυτου μινιμαλιστικού συμβόλου από τον Άγγελο Σκούρτη.

Ο Βλάσης Κανιάρης, εγκαίρως πρωτοπόρος καλλιτέχνης –από τη δεκαετία ήδη του ’50– αναδιατυπώνει σε χαράξεις ζητήματα που τον απασχόλησαν στη ζωγραφική και στα περιβάλλοντα: Την απόδοση αντισυμβατικών υλικών σε αφηρημένες συνθέσεις, ανακαλώντας έργα της δεκαετίας του ’60, όταν οι πειραματισμοί του απεργάζονταν τη λειτουργία των αντικειμένων σε «προτάσεις ενδεχόμενης ζωγραφικής». Τον ισχυρό συμβολισμό της χωρίς πρόσωπο «κούκλας»από τον μεγάλο θεματικό κύκλο των Μεταναστών (Gast Arbeiter- Fremd Arbeiter), ο οποίος διατύπωσε κοινωνιολογικούς προβληματισμούς, περισσότερο επίκαιρους σήμερα από ποτέ.
Μεταφορά σε χάραξη στοιχείων από τη μεγάλη εγκατάσταση Δωδεκάκτινος τροχός ισορροπών σε συρματόσχοινο με αντίβαρο σφαίρα, πραγματοποιεί ο γλύπτης Θόδωρος, σημαντική παρουσία στο χώρο της σύγχρονης τέχνης με αξιοσημείωτη παράλληλη συγγραφική δράση. Αποποιούμενος την αντίληψη περί έργου τέχνης ως αισθητικού φετίχ, ενδιαφέρεται για τη σχέση της γλυπτικής με τον φυσικό χώρο καθώς και για τις δυνατότητες επικοινωνίας με τους αποδέκτες της.
Με αφετηρία τη χαρακτική –μαθητής του Κώστα Γραμματόπουλου στην ΑΣΚΤ –ο Γιάννης Μπουτέας σύντομα προσχώρησε στη γλυπτική και τις εγκαταστάσεις, όπου κυριαρχούν η συμμετοχή και η αλληλοϋποστήριξη τραχειάς ύλης και φωτός (νέον) ως διακριτά στοιχεία της προσωπικής του γλώσσας.
Τα έργα της έκθεσης διατηρούν χαρακτική αυτονομία, συνδεόμενα ταυτόχρονα με έννοιες και προτάσεις χώρου –Αναπτύγματα –μέσω της ασκητικής, σε σειραϊκή παράθεση, φόρμας και της τονικότητας ενός και μόνου χρώματος που ιχνηλατεί σημεία φωτός.

Το μοντερνικό κίνημα του κονστρουκτιβισμού ανακαλούν τα χαρακτικά του Νέστορα (Παπανικολόπουλου) σε ισόρροπες συνθέσεις γεωμετρικών στοιχείων που αντιτίθενται με τη στιβαρή δομή τους στα λεπταίσθητα πορτραίτα γυμνών δέντρων, προσφιλές θεματικό έναυσμα για τον Θόδωρο Ντελή. Στο τοπίο εστιάζει το ενδιαφέρον της και η Μαρίνα Ορφανίδου, αποδίδοντας τη γεωμετρία της κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής αφαιρετικά, με έντονα κοντράστ μαύρου –λευκού για την αναγκαία εκφορά των όγκων, ενώ ο Σπύρος Αλαμάνος στο επίκεντρο της δουλειάς του τοποθετεί τον άνθρωπο, κινούμενος στο πλαίσιο της εξπρεσιονιστικής παραμόρφωσης και της υπερρεαλιστικής ατμόσφαιρας που επιτείνουν την εκφραστικότητα των έργων του.
Ο Γιάννης Αντωνόπουλος παραθέτει άδηλους χώρους με αντίστιξη γραφής ή επιλέγει τη μεταφυσική, κενών από ανθρώπινη παρουσία, εσωτερικών «τοπίων». Τον χαρακτήρα που εντοπίζεται σε όλη τη δημιουργική πορεία του –ζωγραφική, εγκαταστάσεις– αποτυπώνει και στις χαράξεις του ο Κυριάκος Μορταράκος. Δυσερμήνευτες εικόνες από υφέρπουσες προσωπικές εξομολογήσεις, ενίοτε με την προσθήκη γραφής, συγκροτούν το καλλιτεχνικό του ιδιόλεκτο.
Για την αριστοτεχνική απόδοση της θαλασσογραφίας με πρωταγωνιστικές τις μορφές κολυμβητών σε σκληρές τονικές αντιθέσεις επικαλείται τη φωτοχαρακτική η Λίζη Καλλιγά, καλλιτέχνις γνωστή για τις επιλογές διαφόρων τεχνικών μεθόδων και τους γόνιμους πειραματισμούς της.

Οι καλλιτέχνες που ακολουθούν, γεννήθηκαν στη δεκαετία του ’50, με εξαίρεση τον νεότερο της έκθεσης Δημήτρη Χρηστίδη (1965). Στην πλειοψηφία τους ζωγράφοι, έχουν ήδη διαμορφώσει την εικαστική τους άρθρωση, χωρίς αυτό να συνεπάγεται εφησυχασμό και έλλειψη περαιτέρω εικαστικών διεξόδων, όπως ακριβώς ισχύει για όλους τους ενεργούς καλλιτέχνες.
Έχοντας υιοθετήσει ως μορφοπλασία την αφαίρεση, η Υβόννη Λινάρδου άλλοτε επιλέγει την παραφορά της εξπρεσιονιστικής χειρονομίας, άλλοτε την τάξη που αποπνέει η γεωμετρία. Η Κατερίνα Μαρούδα εγκλείει στο στυλιζαρισμένο κυβιστικών συσχετισμών έργο της εκφραστική ενέργεια, ενώ ο Νίκος Αγγελίδης παραμένει σταθερός στη σύνταξη αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος από το παρελθόν, όπου εγκαθίσταται εξιδανικευμένη η γυναικεία παρουσία.
Κοριτσίστικη φιγούρα σε ρέμβη και περισυλλογή με περιγραφική σαφήνεια στα χαρακτηριστικά του προσώπου και υπαινικτικό σχεδιασμό του σώματος προβάλλει ο Χρήστος Μαρκίδης με την τεχνική eau forte.
Διαφορετικές πραγματεύσεις της ανθρωποκεντρικής αντίληψης παρουσιάζουν ο Στάθης Λαγουδάκης στα φωτοχαρακτικά έντονων αντιπαραθέσεων λευκού μαύρου, όπου προσφυώς επικαλούμενος την Έκρηξη του ατόμου, οδηγεί σε δυνατότητα πολλαπλών αναγνώσεων• ο Στρατής Αθηναίος που μετέρχεται την υπερβολή και την παραμόρφωση για την αποτύπωση του πόνου και της ανθρώπινης αγωνίας σε απολύτως υπερρεαλιστική σύνθεση και ο Παντελής Παντελόπουλος, ο οποίος ερείδεται επίσης στον υπερρεαλισμό για να σχολιάσει ειρωνικά με αλλόκοτα, ανθρωπόμορφα πλάσματα σύγχρονες καταστάσεις.
Ο προβληματισμός του Μανώλη Ζαχαριουδάκη περιστρέφεται κυρίως γύρω από τη θέση και τη στάση του καλλιτέχνη στη σημερινή πραγματικότητα με ελεύθερη γραφή, συνήθως, επιφατικής αφέλειας παιδιού που εντοπίζεται και στην παρουσία του σ’ αυτήν την έκθεση.
Ο Στέφανος Δασκαλάκης καταδεικνύει με τη συμμετοχή του άρτιες γνώσεις χάραξης και παραπέμπει τόσο με το ύφος, όσο και με τη θεματική του σε παληούς δασκάλους.
Οικεία ερεθίσματα έμπνευσης επανέρχονται στα Χαρακτικά του Γιώργου Κυπρή –βάρκα, ψάρι –με απάλειψη περιγραφικών πλεονασμών και του Δημήτρη Χρηστίδη –Μυστικός Δείπνος σε φρίζα που διατηρεί εκλεκτικές συγγένειες με γλυπτικά ιδιώματα, ενώ η Σπυριδούλα Πολίτη συνθέτει τα θέματά της με πυκνούς γραφισμούς είτε με ελλειπτικό αδρομερή σχεδιασμό και μορφολογική ρευστότητα.
Η Πόπη Ζωίδη, εδώ και πολλά χρόνια, ασχολείται παράλληλα και με τη χαρακτική, δημιουργώντας έργο στέρεο αλλά και αισθαντικό.
Τυπικά δείγματα της γραφής της είναι δύο χαρακτικά με τη δύσκολη μαύρη τεχνική που δοκιμάζει τη δεξιότητα του καλλιτέχνη να απεικονίσει με ευκρίνεια τα θέματά του. Στην Αυτοπροσωπογραφία, ωστόσο, και στο Κερί οι ελάχιστες τονικότητες του μαύρου και η υποτυπώδης παρουσία του λευκού υλοποιούν αυτόν τον στόχο.
Μαθήτρια του Κέντρου Χαρακτικής Αθηνών Pandolfini- Σιατερλή, η Ελβίρα Γουλιέλμου καταγράφει αποσπασματικά το θέμα της –κλαδιά δέντρου –με τη φειδώ του μαυρόασπρου.
Ελκυόμενη από την ευχέρεια του μεταμοντέρνου η χαράκτρια μαθήτρια επίσης του Κέντρου Χαρακτικής Αθηνών Florence Χρηστάκη, επανεπεργάζεται πίνακες –σταθμούς στην ιστορία της κλασικής και μοντέρνας ζωγραφικής, διακωμωδώντας τον μύθο τους με την προσθήκη οξύμωρων στοιχείων που αντανακλούν καταστάσεις της σύγχρονης πραγματικότητας.

Οι καλλιτέχνες που ολοκληρώνουν την περιήγησή μας στην έκθεση, ενδυνάμωσαν και προβάλλουν την τέχνη της Χαρακτικής στην πατρίδα μας και στο εξωτερικό.
Βαθύτατοι γνώστες των μυστικών της χάραξης, του σεβασμού και της πειθαρχίας που αυτή απαιτεί, προώθησαν επίπονες διεργασίες άρτιας γραφής, είτε επινόησαν νέες τεχνικές και επεξέτειναν τις διαστάσεις της και σε άλλα μέσα, προκειμένου η τέχνη αυτή να συγχρονίζεται με τα αιτήματα των καιρών• προσέφεραν, εν ολίγοις, με άλλους άξιους ομότεχνούς τους μία πολυσήμαντη γλώσσα στη χαρακτική και ένα καινούργιο πρόσωπο.

Η Τόνια Νικολαΐδη εμπλούτισε το λεξιλόγιο της σύγχρονης Χαρακτικής με έργο που φέρει το προσωπικό της στίγμα. Εστιάζοντας το θεματικό της ενδιαφέρον στη φύση και στο περιβάλλον, αιχμαλώτισε εικόνες υψηλής ευαισθησίας και τις απέδωσε με συνθετική σιγουριά και λιτά μέσα προωθημένης σχηματοποίησης.
Ο παράλληλος χειρισμός διαφορετικών τεχνικών, η αξιοποίηση του χαρτιού ως ενεργού στοιχείου του έργου με επιδιωκόμενη την αναγλυφότητα και η θαρραλέα χρήση του χρώματος αποφέρουν απροσδόκητα αισθητικά αποτελέσματα. Οργανώνοντας μεγάλους θεματικούς κύκλους, εξαντλεί το κεντρικό ερέθισμα έμπνευσης σε έργα που αλληλοϋποστηρίζονται, χωρίς να χάνουν την αυτοδυναμία τους. Στη συγκεκριμένη έκθεση παρουσιάζει χαρακτικά μεικτής τεχνικής (linoleum με χαλκογραφικές παρεμβάσεις) με έμφαση στην αντιπαράθεση του μαύρου ή εκδοχών τονικότητάς του με τη θέρμη του πορτοκαλί. Παρά την αυστηρότητα των μέσων, είναι διάχυτη η ένταση της ποιητικής υποβολής.
Σημαντικός μαΐστορας της χαρακτικής με έντονη παρουσία σε παράλληλες δραστηριότητες –σχεδίαση γραμματοσήμων, γραφικές τέχνες, διδασκαλία, εικονογράφηση εκδόσεων –αλλά και ζωγράφος με στάση κριτικής απέναντι στα πράγματα, ο Παναγιώτης Γράββαλος διακρίνεται για τη σχεδιαστική ακρίβεια, τον χαμηλόφωνο λυρισμό και τη σαφήνεια των διατυπώσεων σε όλο το έργο του.
Τα μορφοπλαστικά ενδιαφέροντά του κινούνται γύρω από τον ρεαλισμό, μολονότι ο καλλιτέχνης συγκεντρώνεται στο καίριο, χωρίς αφηγηματικούς πλεονασμούς.
Ο ρεαλιστικός χειρισμός στο εξόχως αισθαντικό Γυμνό της έκθεσης κατόρθωσε να καταγράψει την απαλότητα της σάρκας και τις αρμονικές γήινες καμπύλες του γυναικείου σώματος, ανάγοντάς το ταυτόχρονα σε εξιδανικευμένο σύμβολο. Στο Τοπίο είναι έκδηλες η συνθετική ευχέρεια και η ενδιαφέρουσα διαλεκτική ανάμεσα στην πιστότητα της απόδοσης και την αφαιρετικότητα.
Από την Πολιτεία των Αγγέλων τα χαρακτικά της Ρένας Ανούση, επικαλούμενης υπερκόσμιες δυνάμεις ως παραμυθία για τα εγκόσμια δεινά. Ζωγράφος, επίσης, με προσήλωση στην ευαισθησία της υδατογραφίας και του παστέλ, συμβάλλει στην τέχνη της Χαρακτικής με έργο μεστό που απορρέει από παραδοσιακές μεθόδους χάραξης.
Τους Αγγέλους στα linoleum της έκθεσης απέδωσε η ακρίβεια σχεδιασμού ιδεατών μορφών, ανεπιβεβαίωτων, την οποία υποστηρίζουν έντονα περιγράμματα και η συνεργασία λευκού –μαύρου. Το σκεπτικό της θεματικής υπερασπίζεται περαιτέρω η έγχρωμη χαλκογραφία (μελάνι και ζάχαρη) με Άγγελο να προστατεύει την ελλειπτικά σχεδιασμένη φιγούρα μητέρας με βρέφος.
Έργο εκρηκτικής χρωματικότητας η συμμετοχή του Τάκη Κατσουλίδη που προωθεί συγκερασμό ζωγραφικής γλώσσας και χάραξης. Το θέμα, Η Λήδα και ο κύκνος, από τη μυθολογία απεικονίζεται σε πλάγια παράθεση –ανάμνηση από αρχαία ελληνικά αγγεία. Το καθαρό, πλακάτο κόκκινο κυριαρχεί, με ισχνές τονικότητες στα δευτερεύοντα στοιχεία και υπογραμμίζει τον αισθησιακό χαρακτήρα του εναγκαλισμού. Είναι ευδιάκριτη η επιδίωξη του καλλιτέχνη να ελαχιστοποιήσει τα όρια μεταξύ ζωγραφικής και χαρακτικής έκφρασης, πρόθεση που χαρακτηρίζει εν γένει όλο το δημιουργικό έργο του, το οποίο πλαισιώνεται από πολυσχιδείς δραστηριότητες –εκδόσεις βιβλίων, εικονογράφηση, σχεδίαση γραμματοσήμων και συγγραφή.
Η Άρια Κομιανού, ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Χαρακτών, μέσα από μακρόχρονη καλλιτεχνική πορεία, έχει στο ενεργητικό της εργασία μεγάλη σε αριθμό και ποιότητα. Τη διακρίνουν σταθερότητα μορφοπλαστικών μέσων και σύνταξη προσωπικού ύφους, για το οποίο κινητοποιεί, επιλεκτικά, στοιχεία από διαφορετικές γλώσσες σε ιδιότυπες συνυπάρξεις.
Χαράκτρια αμιγώς, εναποθέτει στο έργο της δυνατότητες τεχνικής αρτιότητας και αισθητικής συγκίνησης. Η γραφή της είναι αφαιρετική. Πολύ συχνά, προκειμένου να προβάλει το ουσιώδες, καταφεύγει στην αποσπασματικότητα, στην αποδόμηση της εικόνας και στην απουσία οριοθετημένου χώρου, προσελκύοντας τον θεατή σε ασκήσεις ανάγνωσης και ερμηνείας.
Αντιπροσωπευτικά δείγματα της δουλειάς της εκθέτει η Μαρία Ζιάκα. Σπούδασε Χαρακτική στο Λονδίνο, αλλά διοχετεύει τις αναζητήσεις της και στη γλώσσα της ζωγραφικής που παρουσιάζει συνάφειες, ως προς τα μορφοπλαστικά σύνεργα, με τις χαράξεις της.
Με ανεικονική αφετηρία, αξιοποιεί για τις εκφραστικές ανάγκες της την παράθεση επάλληλων χρωματικών πεδίων, άλλοτε με ρευστά περιγράμματα και αμοιβαίες επικαλύψεις στο πλαίσιο μιας αφαίρεσης λυρικής, άλλοτε με γωνιώδεις σχηματισμούς που πραγματεύονται την έννοια του χώρου. Σταθερά γνωρίσματα το μέτρο, η απόρριψη εντυπωσιασμού, ο πρωταγωνιστικός ρόλος του χρώματος και η συνθετική οξυδέρκεια.
Η ακαταπόνητη έρευνα των υλικών σε συνδυασμό με την επινοητική τους χρήση αποτυπώνεται στο αλχημικό έργο της χαράκτριας Βίκυς Τσαλαματά. Τσίγκος, χαλκός, σίδηρος οι πρώτες ύλες αλλά δεν απαρνείται, στην πορεία, και τα νέα μέσα της τεχνολογίας ή εφευρίσκει ιδιότυπες τεχνικές για την εικονοπλασία του έργου της. Στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της δουλειά της συνεισφέρει η θεώρηση ότι η υφή του υλικού και τα μυστικά που εκμαιεύει από αυτό η καλλιτέχνις συνιστούν αισθητική πρόταση και αυταξία.
Για την παρουσία της στην έκθεση επέλεξε περιγράμματα ανθρώπινων μορφών, που χάραξε σε σίδηρο με φλόγιστρο ασετυλίνης και οξειδώσεις. Η περιπέτεια της ύλης σκιαγραφεί με σιγουριά στα τυπώματα τη φθορά, τις επιλεγμένες παρεμβάσεις και τον μηνυματικό χαρακτήρα της θεματικής σύλληψης.
Παρά τη μαθητεία της και στη ζωγραφική, η σαγήνη της χαρακτικής προσείλκυσε σχεδόν αποκλειστικά το ενδιαφέρον της Ρουμπίνας Σαρελάκου. Το παράγωγο της αφοσίωσης αυτής αρθρώνει συγκροτημένο καλλιτεχνικό λόγο που βασίζεται τόσο στις συνθετικές δυνατότητες, όσο και στην εμφατική ανάδειξη της ουσίας των πραγμάτων μέσα από γνωστές και συνήθεις θεματικές περιοχές (Νεκρές φύσεις, τοπία δρόμου). Στην έκθεση συμμετέχει με διαφορετικές τεχνικές.
Η χάραξη σε πλάγιο ξύλο αποδίδει τη στέγη ενός κτηρίου στο Παρίσι (πιθανόν) με ακρίβεια και την αυστηρότητα που υπαγορεύουν οι αντιθέσεις λευκού και μαύρου.
Στη χαλκογραφία ο συμβολισμός είναι πρόδηλος. Γυναίκα –Madonna από τη θρησκευτική εικονογραφία της Δύσης –κρατάει στην αγκαλιά της προστατευτικό σωλήνα, στον οποίο επιβιώνει ατελές έμβρυο, ενώ σε δεύτερο πλάνο προβάλλει η ερημία μιας κατεστραμμένης πόλης.
Ο πολύτροπος σε εκφραστικές μορφές τέχνης Μιχάλης Αρφαράς –Χαρακτική, κινηματογράφος, ζωγραφική, πολλαπλά μέσα –συμπυκνώνει στον απολύτως προσωπικό και αναγνωρίσιμο λόγο του προβληματισμούς, όσον αφορά στη δυνατότητα πρόσληψης της τέχνης καθ’ εαυτής με τη διαμόρφωση εικόνων της, αλλά και τον λειτουργικό-κριτικό ρόλο που είναι δυνατόν να διαδραματίσει στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Προς τούτο κινητοποιεί φανταστικές μορφές, στοιχεία από διαφορετικούς πολιτισμούς, αντισυμβατικά υλικά, επιζωγραφίσεις χαρακτικών ή συνεργασία μεθόδων χάραξης για να σκηνοθετήσει έναν ιδιότυπο κόσμο που μεταφέρει και στην κινηματογραφική του δουλειά. Οι Ήχοι του ανέμου (Suoni nel vento) στην έκθεση εισάγουν τον θεατή στο γνώριμο, μυστηριακό κλίμα του έργου του, το οποίο συναρθρώνουν ετερόκλητες παραστάσεις και υπερρεαλιστικές παραπομπές.

Εντυπωσιάζει σε όγκο και ποιότητα η δουλειά του Pino Pandolfini και της Δήμητρας Σιατερλή, ιδρυτών του Κέντρου Χαρακτικής Αθηνών, το οποίο λειτουργεί εδώ και 30 χρόνια επιτυχώς, χωρίς να αποθαρρύνει στο ελάχιστο την παράλληλη πορεία τους ως εικαστικών δημιουργών, αλλά πιθανόν, σαν στοίχημα και να την ενδυναμώνει.
Ο χαράκτης Pino Pandolfini με παράλληλο ζωγραφικό έργο, κινήθηκε, στην αρχή της θητείας του, προς κατευθύνσεις που αντλούσαν το θεματικό τους υλικό από πρωτόγονους και αρχαίους πολιτισμούς (Ελλάδα, Ρώμη).
Στη συνέχεια, ανεξάρτητα από θεματικές επιλογές, σημαντικό ρόλο ανέλαβε για τη διατύπωση προσωπικού ύφους η προσήλωση του καλλιτέχνη στην αξιοποίηση του ίχνους ως φορέα περαιτέρω μορφολογικής ανάπτυξης και οχήματος εννοιολογικών επισημάνσεων. Εγγύς της χαρακτικής τελετουργίας ο χαρακτήρας και τα παράγωγα του ίχνους δημιουργούν ενότητες –Ίχνη τροχών –οδηγώντας σε αυστηρές, κλασικής ισορροπίας εικόνες ή περιορίζονται σε περιγραμματικούς σχηματισμούς προσώπων-προσωπείων που αποτελούν συχνά το leit-motiv των έργων του.
Σε ευφάνταστες παραθέσεις συνθετικής άνεσης προσκαλούν οι Μουσικοί της έκθεσης. Τα πλέγματα των δυσδιάκριτων μορφών με ένα χρώμα εκτείνονται στην επιφάνεια των χαρακτικών ως υπόστρωμα, από όπου προβάλλουν, αδρομερώς δοσμένες σε μαύρο, οι πρωταγωνιστικές φιγούρες του θέματος (μουσικοί, όργανα) με την ανεξάντλητη επανάληψη των ίδιων, πάντα, μορφών-στοιχείων. Η συνοίκηση δύο μόνο χρωμάτων και η ρυθμική εκφορά του θεματικού μοτίβου υπηρετούν την ανάγκη του καλλιτέχνη για έργο λιτό, μεγάλης, ταυτόχρονα, ευφράδειας.
Οι διευρυμένοι πειραματισμοί και η ακαταπόνητη έρευνα με εκκίνηση τη μεθοδολογία της χάραξης επεκτείνουν το έργο της Δήμητρας Σιατερλή πέραν των μορφωμάτων της Χαρακτικής Τέχνης. Ανταποκρινόμενη στα σύγχρονα καλλιτεχνικά αιτήματα, υπογραμμίζει εμφατικά με το σύνολο της δουλειάς της την απόφαση να μετακινεί τα θεματικά της εναύσματα στον χώρο ή σε γλυπτικές μεταποιήσεις.
Η έγκαιρη απόρριψη, εξ άλλου, των περιορισμών και των προκαθορισμένων κανόνων της χαρακτικής λειτουργίας διερμηνεύει τη στάση της να εντοπίζει στην ουσία του υλικού πολυσήμαντες διαστάσεις, ικανές να εγκλείσουν εννοιολογικές παραβολές όσο και μορφολογικές τοποθετήσεις. Υπ’ αυτήν την έννοια τα χαρτιά τυπώματος αντικαθίστανται από πανιά, οι μήτρες χάραξης αυτονομούνται σε καλλιτεχνικά αντικείμενα, ο εύθραυστος ιστός της αράχνης-προσφιλούς συμβόλου, κατασκευάζεται σε ποικίλες εκδοχές με αντίστοιχες νοηματικές πυροδοτήσεις. Πέραν της απόδρασης από συμβατικές στρατηγικές κατασκευής εικόνων, η καλλιτέχνης εγκαθιστά στο έργο της αρχέτυπα μορφών, λατρευτικά τοτέμ που επικαλούνται τη συλλογική όραση, ή επιστρατεύει οργανικές ύλες της φύσης ως μέσα απολύτως εκφραστικά. Η συμμετοχή της στην έκθεση παρουσιάζει κατ’ ανάγκην έργα χαρακτικής με τυπώματα από χαράξεις σε πλάγιο ξύλο και σε χαλκό.
Στην χαλκογραφία Η μεγάλη σύζευξη, δύο αλλόκοτα ζωόμορφα όντα με αιμάτινα χρώματα κινούνται σε απροσδιόριστο χώρο, υπακούοντας στην τάξη της αναπαραγωγικής διαδικασίας, ενώ η αράχνη της χαλκογραφίας έχει ήδη υφάνει τον ιστό της σε παράλληλες καμπυλόγραμμες διατάξεις, ιστό δίσημο –προστατευτικό κουκούλι και θανάσιμη παγίδα μαζί.

Νέλλη Κυριαζή

Διευθύντρια Πινακοθήκης και Μουσείων Δήμου Αθηναίων